Πονάει ο θάνατος ενός κατοικιδίου όσο και η απώλεια ενός συγγενή; Τι δείχνει μια νέα έρευνα
Αγγελική Μακρή
31/01/2026
Όσοι έχουμε ζήσει με έναν σκύλο ή μια γάτα, δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε την αγαπημένη μας στιγμή μαζί του. Όταν όμως πρόκειται για την χειρότερη, όλοι λέμε την ίδια: O θάνατός τους.
Θα ξεκινήσω με μια προσωπική εξομολόγηση. Στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου υπάρχει ακόμη η ζώνη ασφαλείας του σκύλου μου του Άλφι και στο πορτ μπαγκάζ το μαξιλάρι και το παιχνίδι που του έβαζα. Εκεί υπάρχουν και οι πάνες του, καθώς και δύο κούτες με αντικείμενά του. Στο σπίτι, μπροστά από τον καναπέ υπάρχει το πουφ του, το δεύτερο συρτάρι στην κουζίνα έχει παιχνίδια, λιχουδιές, μωρομάντηλα, ενώ στον καναπέ σκεπάζομαι με την κουβέρτα που τυλιγόταν μέχρι την τελευταία του ανάσα. Έφυγε πριν 8 μήνες, όμως δεν υπάρχει μέρα που να μην τον σκεφτώ. Όταν βλέπω άλλους σκύλους σκέφτομαι σενάρια για το πώς θα αντιδρούσε, όταν κόβω καρότα δακρύζω σαν να έκοβα κρεμμύδια, επειδή θυμάμαι πως ήταν από κάτω και περίμενε το μερίδιό του, κουνώντας την ουρίτσα του. Χώρια ο βουβός πόνος, τα κλάματα στο αυτοκίνητο και στην τουαλέτα της δουλειάς.
Δεν είμαι η μόνη που ζω τέτοιες καταστάσεις και το γνωρίζω. Ο θάνατος του κατοικίδιου είναι ουσιαστικά η απώλεια ενός μέλους της οικογένειας, του καλύτερου και πιο πιστού μας φίλου, της τετράποδης παρέας μας, που είναι σιωπηλά εκεί να μας υποδέχεται κάθε μέρα.
Μια έρευνα που δημοσίευσε το ακαδημαϊκό περιοδικό PLOS One έρχεται να συγκρίνει το πένθος που νιώθουμε για τον σκύλο και τη γάτα μας, με το αντίστοιχο όταν πεθαίνει κάποιο μέλος της οικογένειάς μας.

Η διαταραχή που μπορεί να προκαλέσει το πένθος
Το συμπέρασμα της έρευνας λοιπόν είναι πως οι άνθρωποι που θρηνούν το κατοικίδιό τους είναι πιθανό να έχουν την διαταραχή του παρατεταμένου πένθους (prolonged grief disorder (PGD)), η οποία εμφανίζεται σε ανθρώπους που έχουν χάσει κάποιο μέλος της οικογένειάς τους.
Η διαταραχή αυτή διαρκεί μήνες έως και χρόνια και όσο διαρκεί, ο άνθρωπος νιώθει απελπισία, δυσκολεύεται να κοινωνικοποιηθεί και ανταπεξέλθει στις καθημερινές του υποχρεώσεις. Παράλληλα, νιώθει πως ένα κομμάτι του εαυτού του έχει πεθάνει.
Μέχρι στιγμής, η διαταραχή αυτή μπορούσε να διαγνωστεί μόνο σε ανθρώπους που βίωναν τον χαμό ενός συγγενικού τους προσώπου. Όμως, ο συντάκτης της έρευνας, ο Philip Hyland, καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Maynooth University της Ιρλανδίας, ισχυρίζεται πως θα μπορούσε να επεκταθεί η διάγνωση και σε όσους έχουν χάσει το αγαπημένο τους κατοικίδιο.
Τα στοιχεία της έρευνας
Συμμετείχαν 975 ενήλικες από τη Μεγάλη Βρετανία και τα αποτελέσματα που προέκυψαν ήταν:
– Το 7,5% των ανθρώπων που είχε χάσει το κατοικίδιό του εμφάνιζε τα συμπτώματα της διαταραχής του παρατεταμένου πένθους. Το ίδιο ποσοστό εμφάνιζαν και όσοι είχαν χάσει έναν κολλητό τους φίλο.
– Το 8,3% των ανθρώπων, που είχε χάσει παππού, γιαγιά, εμφάνιζε τα συμπτώματα της διαταραχής.
– Το 9,1% αν είχε χάσει αδερφό, αδερφή.
– Το 9,3% αν είχε χάσει τον/την σύντροφό τους.
– Το 11,3% αν είχε χάσει τους γονείς του.
– Το 21,3% αν είχε χάσει το παιδί του.
Παράλληλα, το 20% περίπου που είχε χάσει ένα κατοικίδιο και έναν δικό του άνθρωπο είπε πως ο θάνατος του ζώου του ήταν πιο οδυνηρός. Αυτό είναι κάτι πρωτόγνωρο, καθώς σε προηγούμενες έρευνες, οι άνθρωποι ένιωθαν ενοχές και ντροπή και δεν τολμούσαν να πουν πως πόνεσαν περισσότερο για την απώλεια του ζώου τους παρά για ενός συγγενή τους.
Από την ίδια έρευνα, προέκυψε πως 1 στις 12 περιπτώσεις διαταραχής του παρατεταμένου πένθους προέρχεται από την απώλεια ενός κατοικίδιου ζώου. Αυτό συμβαίνει επειδή ένας στους δύο ενήλικες έχει σκύλο ή γάτα και, ως γνωστόν, η ζωή τους είναι αρκετά σύντομη.
Ο καθηγητής Hyland εξηγεί πως διαπίστωσε μέσα από την έρευνα ότι οι άνθρωποι που θρηνούσαν την απώλεια του ζώου τους είχαν ακριβώς τα ίδια συμπτώματα με αυτούς που θρηνούσαν έναν άνθρωπο. Επίσης, υπάρχουν αποδείξεις πως ο θρήνος για ένα ζώο έχει την ίδια αξία και σημασία με αυτόν για έναν άνθρωπο.
Κάποιες φορές ίσως φοβόμαστε να εκφράσουμε τα αισθήματά μας, επειδή ίσως κάποιος να αντιδράσει και να μας πει το γνωστό “Πώς κάνεις έτσι; Ένα ζώο ήταν, όχι άνθρωπος”. Όμως βλέπουμε πως δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτό το πένθος. Είναι πολλοί άλλοι κηδεμόνες που βιώνουν την απώλεια του αγαπημένου τους κατοικιδίου πολύ βαριά, εμφανίζοντας μέχρι και τη διαταραχή του παρατεταμένου πένθους.
Είναι πολύ δυνατός ο δεσμός που μπορεί να δημιουργήσουμε με μια γάτα ή έναν σκύλο, ισχυρότερος ίσως από ό,τι με έναν άνθρωπο, που ναι μεν έχουμε δεσμούς αίματος, αλλά ίσως να είχαμε κάποια απόσταση. Αυτό δεν πρέπει να μας δημιουργεί ενοχές, αλλά να επιτρέπουμε στον εαυτό μας να θρηνήσει ελεύθερα. Αν διαπιστώσουμε πως χρειαζόμαστε να μιλήσουμε κάποιον και χρειαζόμαστε βοήθεια για να επιστρέψουμε στην καθημερινότητά μας, μπορούμε φυσικά να απευθυνθούμε σε κάποιον ειδικό.
Το πένθος είναι προσωπική υπόθεση και κανείς δεν μπορεί να κρίνει έναν άνθρωπο για το πώς θα αντιμετωπίσει την απώλεια της καθημερινής παρέας του, ενός πλάσματος που έδινε απλόχερα και άδολα την αγάπη του.
Με πληροφορίες από τον Guardian