Το παιχνίδι του σκύλου που ξετρελαίνει και τις γάτες
Αγγελική Μακρή
29/06/2026
Όταν σκεφτόμαστε παιχνίδια με το κατοικίδιο, οι περισσότεροι φέρνουμε στο μυαλό μας έναν σκύλο να κυνηγάει ένα μπαλάκι, να το πιάνει και να μας το φέρνει.
Πόσοι βάζουμε σε αυτή τη θέση μια γάτα; Λίγοι, όσοι μάλλον έχουν δει το αιλουροειδές τους να παίζει ένα παιχνίδι που λατρεύουν οι σκύλοι, το γνωστό και ως “Fetch” ή “Φέρτο“. Ή όσοι έπεσαν πάνω στην έρευνα που δημοσίευσε το Scientific Reports και διεξήχθη από ψυχολόγους με ειδίκευση στην συμπεριφορά ζώων των Πανεπιστημίων του Sussex και της Northumbria, στην Αγγλία.
Οι επιστήμονες έρχονται να μας αποδείξουν πως δεν πρέπει να είμαστε και τόσο σίγουροι πως η γάτα θα σνομπάρει το μπαλάκι που θα της πετάξουμε. Αντίθετα, υπάρχουν αρκετές πιθανότητες να ασχοληθεί μαζί του για αρκετή ώρα, βρίσκοντας έτσι μια νέα, ενδιαφέρουσα ασχολία για να περνάει το χρόνο της.
Στην έρευνα συμμετείχαν 924 κηδεμόνες και οι 1154 γάτες που είχαν όλοι τους στο σύνολο. Οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα πως σε ένα εντυπωσιακό ποσοστό της τάξης του 94,4%, οι γάτες ανταποκρίθηκαν όταν ο κηδεμόνας τους πέταξε ένα αντικείμενο για να το πιάσουν. Παράλληλα, το 96,7% των γατών έχει ξεκινήσει να παίζει μέχρι την ηλικία των 7 ετών, ενώ το 60,7% έχει ξεκινήσει μέχρι να κλείσει έναν χρόνο ζωής.
Στα ευρήματα της έρευνας συγκαταλέγεται και το γεγονός πως η γάτα προτιμάει να ξεκινήσει το παιχνίδι μόνη της και σε αυτή την περίπτωση ασχολείται περισσότερο μαζί του. Αν ο κηδεμόνας σταματήσει να παίζει μαζί της, η γάτα θα επιδιώξει να συνεχίσουν.

Παιχνίδι υπό όρους
Όσοι έχουν γάτα, γνωρίζουν πως έχει δυνατό χαρακτήρα και της αρέσει η ανεξαρτησία. Δεν θα γίνει ποτέ υπάκουη και συνεργάσιμη -όπως πιθανότατα να συνέβαινε με έναν σκύλο- και αυτό ισχύει για τον τρόπο που αντιμετωπίζει το παιχνίδι. Έτσι, δεν θα πρέπει να δημιουργεί έκπληξη το γεγονός ότι επιλέγει να παίξει με τους δικούς της όρους και, σύμφωνα με την έρευνα, δεν φέρνει πάντα το παιχνίδι πίσω στον άνθρωπό της. Άλλες φορές το αφήνει στη μέση και άλλες το αφήνει όλο και πιο μακριά από τον κηδεμόνα.
Επιλεκτικότητα δείχνει επίσης και στον άνθρωπο με τον οποίο θέλουν να παίξουν το “Fetch”. Δηλαδή σε ένα ζευγάρι, μπορεί να επιλέξει τον ένα από τους δύο, το ίδιο και σε μια οικογένεια με παιδιά, δυο φίλοι που συγκατοικούν, κλπ. Το περιβάλλον είναι ένα ακόμα κριτήριο για τις γάτες που θα τις κάνει να αποφασίσουν αν θα παίξουν ή όχι. Δηλαδή μπορεί να προτιμάει το σαλόνι περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο δωμάτιο του σπιτιού, για λόγους που μόνο εκείνη ξέρει.
Τι σχήμα έχουν τα αγαπημένα παιχνίδια της γάτας
Ενδιαφέρον προκαλούν τα αντικείμενα που επιλέγει για το συγκεκριμένο παιχνίδι. Με κριτήριο τη δημοφιλία, το 38,4% ήταν παιχνίδια, το 25,3% ήταν σφαιρικά αντικείμενα όπως χριστουγεννιάτικες μπάλες ενώ κάποιες προτιμούσαν συγκεκριμένα αντικείμενα, όπως μπατονέτες για τα αυτιά. Όσο πιο πολύ κοντά στο γούστο τους είναι το παιχνίδι που της προσφέρουμε, τόσο περισσότερο θα ασχοληθεί μαζί του.
Η Jemma Forman, υπεύθυνη της έρευνας και ερευνήτρια του University of Sussex School of Psychology, δηλώνει: «Τα ευρήματά μας δείχνουν πως οι γάτες επιδεικνύουν αυτή τη συμπεριφορά, προκειμένου να επηρεάσουν απευθείας την αντίδραση των ανθρώπων. Τους αρέσει να ξεκινούν εκείνες το παιχνίδι και δείχνουν περισσότερο ενθουσιασμό, κάνοντας πιο πολλά παιχνίδια μέσα στο μήνα. Νιώθουν ότι έχουν τον έλεγχο και ίσως αυτό να τις βοηθάει να έχουν καλύτερη ζωή και πιο δυνατή σχέση με τον κηδεμόνα τους. Θα πρότεινα σε όσους έχουν γάτα, να παρατηρούν τις ανάγκες της και να ακολουθούν το ρυθμό της στο παιχνίδι. Δεν θέλουν όλες να παίζουν, αυτές όμως που τους αρέσει, είναι πολύ πιθανό να έχουν το δικό τους τρόπο να παίξουν».
Όσοι ζείτε με μια γάτα και δεν το έχετε δοκιμάσει ως τώρα, πετάξτε της ένα μπαλάκι. Ίσως να μη σας κοιτάξει αιφνιδιασμένη ή αδιάφορα, αλλά να ανταποκριθεί και να αποκτήσετε άλλη μια κοινή ασχολία με την αγαπημένη σας τετράποδη φίλη. Δεν θα πρέπει να ξεχνάτε πως είναι στον χαρακτήρα της γάτας να νιώθει ότι ελέγχει το παιχνίδι, οπότε κάντε το όσο πιο απολαυστικό και διασκεδαστικό γίνεται για εκείνη!
Με πληροφορίες από την ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου του Sussex